Ενα Κυπελλο γεματο πιστη
Του Αντώνη Σαριδάκη
Η κατάκτηση του φετινού Κυπέλλου από τον ΟΦΗ δεν απαιτούσε μία, αλλά πολλές υπερβάσεις.
Για την σπουδαιότητα του επιτεύγματος θα αναφερθούμε σε διαφορετικό κείμενο.
Η ύψωση της «κούπας» όμως από την κρητική ομάδα στο «Πανθεσσαλικό», στηρίχτηκε σε μια συνεχή διάψευση των προγνωστικών μιας χρονιάς, που ξεκίνησε σαν «μπλόφα», αλλά καταλήγει ως αυτή που θα αλλάξει επίπεδο στον σύλλογο και στην ΠΑΕ.
Ο ΟΦΗ δεν έφτασε στο μεγάλο στόχο του, επειδή σε όλα τα παιχνίδια που έδωσε υπερτερούσε στο γήπεδο των αντιπάλων του. Δύσκολα μπορεί να γίνει αυτό.
Υπήρξε όμως ανώτερος ΟΛΩΝ σε θέληση και πίστη. Μια πίστη που από ένα σημείο και έπειτα έμοιαζε με την «τέλεια προσήλωση» στο «καθήκον».
Με τον «ιερό φανατισμό», της «μάχης μέχρις εσχάτων» που δύσκολα «επιστρατεύεται», αλλά που όταν αυτό συμβεί «χτίζει» ομάδες από «ατσάλι».
Η αλλαγή στόχων, δεν έγινε φυσικά τυχαία. Ο ΟΦΗ ήταν ήδη ένας «ταλαιπωρημένος οργανισμός» όταν ο Χρήστος Κόντης ανέλαβε την τεχνική του ηγεσία.
Χωρίς αγωνιστική «ταυτότητα» και με την ψυχολογία στο «ναδίρ», η μεταμόρφωση έγινε με γρήγορους ρυθμούς, και με ανεπαίσθητες «αναταράξεις».
Το παιχνίδι του «Σούπερ Καπ» με τον Ολυμπιακό, δεν συνδυάστηκε με τίτλο, αλλά έδωσε αυτοπεποίθηση. Ήταν μια μορφή «πιστοποίησης» ότι το «πράγμα» άρχιζε να αλλάξει.
Το παιχνίδι «τομή» στην φετινή πορεία του ΟΦΗ ήταν αυτό με την ΑΕΚ στην Ν. Φιλαδέλφεια.
Εκεί ο ΟΦΗ μέσα από μια σχεδόν «πλήρη» εμφάνιση, που είχε μέσα της πειθαρχία, «μυαλό», αγωνιστική ικανότητα, και βέβαια πίστη, νίκησε την αντίπαλο του φτάνοντας για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά σε «απόσταση βολής» από τον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας.
Η πρόκριση έφερε μαζί της όπως πάντοτε συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, τα «παράπλευρα κέρδη» της σιγουριάς για το «ορθόν» της πορείας, του ενθουσιασμού στις τάξεις του κόσμου, και της αλλαγής στόχων, σε μια χρονιά που η προοπτική διάκρισης αρχικά δεν διαφαινόταν ούτε με το «κιάλι», ενώ παράλληλα έμπαιναν ξανά σε «λειτουργία» τα αντανακλαστικά της μεγάλης ομάδας, που δεν έλειψαν βέβαια ποτέ από τον ΟΦΗ,
Εκεί που ωστόσο το κρητικό συγκρότημα «δίδαξε» πίστη, και σωστό «ήθος» με την ευρύτερη έννοια του όρου, ήταν οι δύο ημιτελικοί με τον Λεβαδειακό, και περισσότερο το δεύτερο παιχνίδι.
Στη Λιβαδειά, ο ΟΦΗ παρέδωσε μαθήματα θάρρους, και προσήλωσης. Υπερασπίστηκε το «όραμα» του τελικού μέχρι «τελευταίας ρανίδος», παίζοντας στα 2/3 του παιχνιδιού με παίκτη λιγότερο. Φάνηκε ξεκάθαρα ποια ήταν η ομάδα που υπερτερούσε σε θέληση και «χαρακτήρα», για να πάει στον τελικό. Εύλογα η «φλόγα» για την κατάκτηση του Κυπέλλου «γιγαντώθηκε».
Στον τελικό με τον ΠΑΟΚ, η ομάδα του Χρήστου Κόντη έκανε την μια «κατάθεση ψυχής» πίσω από την άλλη σε σημείο... «ύβρεως», αντιμετωπίζοντας με επιτυχία, κάθε δυσάρεστη εξέλιξη που της παρουσιάστηκε.
Συνήθως η ομάδα που σκοράρει πρώτη σε τελικούς παίρνει και το τρόπαιο. Στο «Πανθεσσαλικό», ο ΟΦΗ δέχθηκε πρώτος γκολ, αλλά αυτό δεν τον λύγισε.
Όπως δεν τον λύγισε και η ισοφάριση του ΠΑΟΚ στο 7ο λεπτό των καθυστερήσεων, σε ένα χρονικό σημείο που αν αυτό συμβεί σε «σκοτώνει». Πρέπει να «επιστρατεύσεις» τεράστιες ψυχικές και πνευματικές δυνάμεις, για να πείσεις πρώτα τον εαυτό σου και μετά τον αντίπαλο ότι η «ευκαιρία» δεν χάθηκε. Ο ΟΦΗ κατάφερε να το «γυρίσει» κι αυτό.
Σε παιχνίδι που έγινε ακόμα και αλλαγή τερματοφύλακα…
Η ομάδα του Κόντη όμως δεν λύγισε. Ο ΟΦΗ αντιπαρέταξε ψυχικά χαρίσματα σε «διπλό» και «τρίδιπλο» βαθμό από αυτά που χρειάζονταν, και το «γύρισε».
Με την «ψυχάρα», και βέβαια την αγωνιστική αξία των παικτών, την καθοδήγηση από τον πάγκο, και την συμπαράσταση από την εξέδρα που ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ «έπαιξε σπουδαία μπάλα»
Η υπερπροσπάθεια έγινε από όλους.
Τελικά αυτό το Κύπελλο στον ΟΦΗ δεν το χρωστούσε η Ιστορία.
Η Ιστορία δεν χρωστάει σε κανέναν τίποτα.
Μόνο «δέχεται», ή και «συμβιβάζεται» να δημιουργείται από τους δυνατότερους – τις συντριπτικά περισσότερες φορές – ή αυτούς ακριβώς που δεν την λογαριάζουν.
Και είναι η δεύτερη περίπτωση που εξασκεί τη μεγαλύτερη γοητεία προς αυτούς που στο μέλλον την αντικρίζουν.
Όπως ο φετινός ΟΦΗ.